ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ - ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΙΙΙ

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Ελένης Λαδιά: Η Φερέοικη, κριτική από την Τούλα Ρεπαπή στο περιοδικό Νέα Εστία

Η ΦΕΡΕΟΙΚΗ
ΕΛΕΝΗ  ΛΑΔΙΑ
Εκδόσεις: ΕΣΤΙΑΣ

  «Φορώντας σαν σπίτι τη ζωή μας»

Γεν. 2,7   «…καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν».

Από την πρώτη σελίδα του βιβλίου, ο αναγνώστης αισθάνεται πως βρίσκεται σε μια παρόμοια στιγμή  δημιουργίας.  Στον ρόλο του δημιουργού η  συγγραφέας  Ελένη Λαδιά και δημιούργημα ο ήρωας της.
Την αίσθηση του  κενού που φέρνει η γέννα στη μάνα, το ίδιο κενό νοιώθει και ο συγγραφέας με την  ολοκλήρωση ενός έργου.  Από το κενό αυτό βγαίνει η δημιουργική εκκίνηση, ή αλλοιώς η «σπορά»  της συγγραφής του επόμενου έργου. Η Ε.Λ. στέκει αντιμέτωπη με τον ήρωα που πρέπει να γεννήσει. Μοιάζει να θέλει να γίνει  ηρωίδα σε άλλες σελίδες. Δεν θέλει να είναι η ηρωίδα της δικής της ιστορίας. Θέλει να γίνει η ηρωίδα μιας άλλης ζωής, τώρα που ο  κόσμος γύρω μοιάζει χάρτινος κι η ίδια μια χαλκομανία που ξεθωριάζει συνεχώς 
Και, συνεχίζει με μία -De profundis- ομολογία όπου αποκαλύπτει  πως τον ύπνο της διέκοψε  η έμπνευση.  «..στον ύπνο, μου έρχονται οι ιδέες..»  μου είχε πει κάποτε σε μια συνέντευξη της. Και τώρα, ένα  πλήθος ανθρώπων και γεγονότων ζωντανεύει  στο μυαλό της. Το επόμενο πρωί, έχοντας πάρει τις ενύπνοιες αποφάσεις της  αρχίζει να «ζωγραφίζει» τον ήρωά της. Του δίνει σωματικά χαρακτηριστικά, ηλικία επάγγελμα, οικονομική κατάσταση. Είναι πενηντάχρονος. Φιλόλογος, του αρέσει η καλή λογοτεχνία, το θέατρο και ο κινηματογράφος. Επίσης, του αρέσει να επισκέπτεται  Μουσεία και αρχαιολογικούς  χώρους. Εγκαταλείπει  το πατρικό του σπίτι, πουλά και όλα του τα υπάρχοντα και με αυτά τα  χρήματα  αγοράζει ένα ολοκαίνουργο αυτοκίνητο. Νοικιάζει μια αποθήκη και βάζει μέσα  ό,τι θέλει να  κρατήσει και είναι πλέον, ελεύθερος.  
Η συγγραφέας κοντοστέκεται, βλέπει από απόσταση το δημιούργημά της και αναγνωρίζοντας την πολυσύνθετη και πολύπλοκη προσωπικότητα του θηλυκού γένους, του αλλάζει φύλο, διατηρώντας  τα παραπάνω χαρακτηριστικά και τον μετατρέπει σε γυναίκα. Την ονομάζει, Φερέοικη. Φερέοικη λοιπόν όνομα ή  ιδιότης; Η Φερέοικη, δεν χρειάζεται να πουλήσει το σπίτι της, το φέρει επάνω της. Είναι το δέρμα της.  Πάνω του φέρει τα αποτυπώματα όλων αυτών που τόσο αγάπησε. Των γονιών της. Ιδιαίτερα της μάνας της. Αυτό έχει γίνει σπίτι της και μέσα από τις αναμνήσεις της ζει και πάλι μαζί τους. 
Ωστόσο, μέσα από το «γενεσιουργό» αυτό κομμάτι του βιβλίου εμφανίζεται και μια άλλη ανάγνωση: η πάλη της έμπνευσης  για την πλοκή αλλά και η μάχη του ήρωα με τον δημιουργό του.  Η ελευθερία που ζητά και τα «γκέμια» που κρατά σφικτά ο συγγραφέας. Δεν θέλει να του ξεφύγει. Έστω, όχι ακόμη. Μοιάζει να θέλει να ελέγξει το δημιούργημά της, ή καλύτερα τον εαυτό της και έτσι αρχίζει να σκέπτεται τις ιστορίες που θα πλάσει. Και, που θα την φέρνουν αντιμέτωπη με τον ήρωα/ηρωίδα που πρέπει να γεννήσει. Θέλει  κι η ίδια να ζήσει αλλού. Δημιουργός και δημιούργημα, ρόλοι συμβατοί, παράλληλοι και ασύμβατοι. Ελευθερίας και υποταγής. Ποιος όμως προς ποιόν; 
Η εισαγωγή  εμφανίζεται σαν μονόλογος ενός μονόπρακτου.  Η συγγραφέας, θέλει να ωθήσει -ύστερα από δύο χρόνια κάτω την σκιά μουριάς ή την σκιά ενός πένθους- τον εαυτόν της και πάλι στην πραγματικότητα. Το πένθος, την φέρνει αντιμέτωπη με τον διχασμένο εαυτόν της. Ο ένας, θέλει να θρηνήσει και ο άλλος θέλει να θεραπευτεί. Ένας πόνος  υπόγειος, δωρικός, ύπουλος. Την κατατρώει, ενώ ταυτόχρονα ο θάνατος της αποδεικνύει πόσο πάμφθηνη έγινε η ανθρώπινη ζωή. Θέλει να φύγει από αυτό. Θέλει επιτέλους να θεραπευτεί. Θέλει άραγε; 
Η αφηγητής/δημιουργός και πρωταγωνιστής, Ελένη Λαδιά, αποτυπώνει τρείς  διαφορετικές ιστορίες για να στήσει το σκηνικό του κόσμου από τον οποίον  θα επιλέξει η Φερέοικη αυτόν στον  προτιμά ζήσει. Μέχρι να επουλωθεί. Να καταφέρει να ξεχαστεί. Ο Θάνατος, μεγάλη πληγή! 
Τι είναι άραγε η συγγραφή ενός βιβλίου; Η συγγραφική αποφυγή της πραγματικότητας ή η αίσθηση μιας θεϊκής δύναμης που μπορεί να εμπνέει και να δημιουργεί;
Και η Ελένη Λαδιά, με δομή –αρχιτεκτονική- του διηγήματος αρχικά  ασαφή, όπως  και η σχέση δημιουργού και δημιουργήματος γεννιέται και αυτή ασαφής η οποία ωστόσο, μέσα από μια διαδικασία ‘μίτωσης’ παίρνει σάρκα και οστά αποκτώντας  την τελική της μορφή.
Στην  πρώτη ιστορία «δημιουργεί» δύο αντίθετους κόσμους. Μέσα από τη ζωή δύο μικρών κοριτσιών, της Φιλιώς και της Γεωργίτσας,  για να δείξει την ανημποριά της ευμάρειας σε αντίθεση με την ευρηματικότητα της φτώχιας. Μέσα από την  ρήση του  Σοπενχάουερ, πως από τις ακρότητες βγαίνει ο μέσος όρος, απορρέει το δίδαγμα, πως κάπου στο μέσον  βρίσκεται η ευτυχία, ή επί το αρχαιότερο: παν μέτρον άριστον.  
Η δεύτερη ιστορία είναι η ιστορία ενός τριγώνου. Της Άννας που είναι παντρεμένη με την Τηλέμαχο, μαζί τους και ο Σάββας. Η Άννα και ο Σάββας έχουν κάτι κοινό. Την καρκινική γραφή των ονομάτων τους. Στην ιστορία τους, ο έρωτας παρουσιάζεται σαν συναίσθημα που μετατρέπεται σε πόθο για να εξελιχθεί τέλος σε μύηση. Σε μία άλλη ιστορία, ένα άλλο τρίγωνο. Αυτό, της Καλυψούς. Μαζί της ο Οδυσσέας Α και ο Οδυσσέας Β που συμπληρώνουν το ερωτικό και πνευματικό σύμπαν της, εστιάζοντας  η συγγραφέας αφενός στην πολυπλοκότητα της γυναικεία υπόστασης και  αφετέρου αποκαλύπτοντας τον μυητικό ρόλο του έρωτα. Κατά την πλοκή, φιλοσοφίες, φιλοσοφικά ρεύματα πλέκονται και ντύνουν με ένα άλλο βάθος τις ανθρώπινες σχέσεις κάνοντας το τυχαίο να προβάλλει σαν τη φοβερότερη όψη του Θεού. Και τον «Καιρό», το άγαλμα του φτερωτού νεανία του Λύσιππου, με ταχύτητα να διασχίζει την ιστορία αναμένοντας τον τυχερό που θ αρπάξει την ευκαιρία από τα μαλλιά. Αυτόν!
 Ωστόσο, αυτή η ομοιότητα των χαρακτήρων στις σχέσεις  μοιάζει να γίνεται η αιτία που φέρνει πόνο οξύ στους ήρωες και όταν με την απόσταση του χρόνου που με τα χρόνια έρχεται η σοφία τότε οι έρωτες που βασάνισαν κάποτε φέγγουν σαν εφιαλτικά όνειρα. Τότε, λέει η συγγραφέας πως πρέπει από μέσα μας  να αναβλύσει  η συγχώρεση προς τον εαυτόν μας γιατί τότε  αυτόματα συγχωρούμε και τους άλλους.
Όμως, ούτε η πρώτη  ούτε η δεύτερη ιστορία ήταν σε θέση να παρασύρουν την Φερέοικη μακριά από  αυτό που ένοιωθε. Και την ρωτά:« Νικιέται ο Θάνατος;», εσύ σαν δημιουργός κάτι θα ξέρεις. Και η δημιουργός απάντησε: « Ανάσταση δεν υπάρχει αλλά ο Θάνατος νικιέται!». Η Φερέοικη, ήθελε να πάει κάπου αλλού. Ήθελε, να ξύσει την πληγή της μέχρι να ματώσει. Να βγει άλλο δέρμα. Να επουλωθεί. Ήθελε, με ελεύθερη βούληση, ελεύθερη και ανεξάρτητη  να οδηγηθεί σε ένα ταξίδι, που θα ξαναζούσε την μοναδική εμπειρία. Ένα ταξίδι στο χρόνο! Τότε, η συγγραφέας την πηγαίνει σ έναν άλλον κόσμο, εκεί που υπάρχουν καταγεγραμμένα όλα. Τραβά τις «κουρτίνες» και της φανερώνει  τον κόσμο της μνήμης.  Μπροστά τους, μια μάζα από πυρακτωμένο σίδερο και Ζεφύριες αύρες. Οι μεν για τις κακές αναμνήσεις οι δε για τις καλές. Πάνω της, παραστάσεις εμπίεστες  που δήλωνουν το απώτερο παρελθόν, έκτυπες το πρόσφατο και εκχάρακτες για τις οξυμένες μνήμες. Μέσα σε αυτήν την πυρακτωμένη φρίκη, εμφανίστηκαν πρόσωπα γνωστά, φιλικά ή εχθρικά, ζωντανά, η ίσως τώρα νεκρά και κύλινδροι με καταγεγραμμένα κείμενα. Κάθε κύλινδρος, όταν «αφηγείτο» παραστάσεις χωρισμών, θανάτων και ερίδων, έκαιγε και έτριζε. Εκεί, συνάντησαν και  γνωστά νεκρά αγαπημένα άτομα. Ήθελαν να κάνουν νεκυαγωγία, να  μεταφέρουν τους νεκρούς από τον Άδη, για να τους ψυχαγωγήσουν…  
Μοιάζει με κάθε τρόπο, αυτόν τον άλλον κόσμο  η συγγραφέας να τον έχει ονειρευτεί, επισκεφθεί, όπως αποκαλύπτεται,  όπως επίσης αποκαλύπτεται πως έχει αναζητήσει και κάθε τρόπο που θα μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί τους. Να τους ξανά δει, να μιλήσει μαζί τους.  Όμως εκεί – συνεχίζει την ξενάγησή της στην Φερέοικη- μπορεί να συναντήσεις και το Κακό του παρελθόντος, που θα ζωντάνευε από την δική σου ενέργεια. « Να αποφεύγεις το Κακό»  είπε στην Φερέοικη, «όπως και τους ανθρώπους που σου βγάζουν το Κακό». Η μόνη αντίσταση στο κακό είναι να το προσπερνάς, να το αγνοείς. 
Καταλήγοντας τέλος  πως ο Θάνατος Νικιέται κ η Ανάσταση υπάρχει. Και τα δύο συμβαίνουν κάθε στιγμή.
Αλλά όλα ήταν μάταια. Το διαπίστωνε πως, με κανένα τρόπο ούτε των αρχαίων, ούτε των Θεσσαλών μαγισσών ούτε των μέντιουμ θα της έδινε πάλι την ένωση. Ήταν η στιγμή που αναζητούσε πλέον την αιώνια επιστροφή για να ζήσει και πάλι μαζί τους. Μαζί της.
Όσο εξελίσσεται το βιβλίο, οι ρόλοι εναλλάσσονται συνεχώς μεταξύ δημιουργού και δημιουργήματος  με αποτέλεσμα να μην είναι σαφές αν είναι κάποιο διαφορετικό πρόσωπο ή είναι το ίδιο  ή αν είναι ένα κάτοπτρο που προβάλει το ίδιο μέσα από δύο διαφορετικές  μορφές. Κι η Φερέοικη, όσο προχωρούσε τόσο εξατμιζόταν. Έχανε την υπόστασή της, την ενέργεια της σαν  ένας ατμός που  παρασύρεται από τον άνεμο που σκορπίζεται και χάνεται. Έμοιαζε να ενσωματώνεται με την συγγραφέα για να οδηγήσει την ιστορία αλλού ενώ η συγγραφέας ρωτούσε  τον εαυτόν της, ποιο να επιλέξω για τέλος; Ποίος γράφει το βιβλίο τελικά; Ο συγγραφέας; Η ηρωίδα; ή το ζωντάνεμα της ιστορίας που σαν ζωή οδηγεί κείμενο κ ήρωες αλλού; Ωστόσο, η συγγραφέας πάλευε μέσα από το κείμενο να μην αφήσει την ηρωίδα να γίνει συγγραφέας. 
Στο κείμενο, λέξεις προβάλλουν με βαρύτητα την έννοια τους συνδέονται μεταξύ τους δίνοντας μια μεστότητα και περιεκτικότητα πρωτόγνωρη στο κείμενο. Μοιάζει κάθε παράγραφος να περικλείει σελίδες αφήγησης. Λέξεις μαγικές, πλασμένες με την τέχνη και γνώση της γλώσσας άλλοτε κοσμούν το κείμενο και άλλοτε το ματώνουν.  Άλλες πάλι «εμπίεστες», «έκτυπες» ή «εκχάρακτες» προβάλλουν την κομψότητα, την ποιητικότητα και το κάλος της γλώσσας, το οποίο επιστρατεύεται για να περιγράφει, τον άλλον κόσμο σαν να τον ξέρει. Σαν να τον έχει επισκεφθεί πολλάκις. Πόση αγάπη!
Πώς να είναι άραγε τα αρχεία της μνήμης; Μήπως έτσι; Ρωτά ο αναγνώστης. Και σε κάποια στιγμή μέσα από το κείμενο του αποκαλύπτεται  πως κάποτε της δόθηκε η Χάρις να τον επισκεφθεί. Και τώρα σαν μεσήτριά του, μπορεί και μιλά για αυτόν βεβαιώνοντας πως είναι πολύ μεγαλύτερος, από τον πάνω. Πάντα της άρεσε να γίνεται διάφανη και να βαδίζει ανάμεσα στους δύο κόσμους. Τώρα το κάνει με τον υπέρτατο πόνο και την φλογερή επιθυμία να κατοικίσει πλέον εκεί.
Ένας πόνος βαθύς πονά τον αναγνώστη από την  αξιοπρέπεια με την οποία εκφράζεται που ενώ ποτίζει τις σελίδες, το δάκρυ δεν κυλά, τουλάχιστον εμφανώς.  Ωστόσο τον διαπερνά τον στιγματίζει. Το πένθος το είχε  περιγράψει και στο βιβλίο της. Φρειδερίκος και Ιωάννης. Και βγήκε από αυτό πιο δυνατή. Αυτήν τη φορά θα τον προσπεράσει; έχει τον χρόνο άραγε;
Μέσα από μια ασυνήθιστα ευφάνταστη σύλληψη για την δομή των δύο πρώτων ιστοριών και εξαιρετικής έμπνευσης της τρίτης μιλά και για τους δύο κόσμους, με τρείς ιστορίες που προβάλλουν σαν ευαγγελικές παραβολές οι οποίες καταλήγουν σε διδάγματα ζωής. Οι ακρότητες γεννούν άλλες συμπεριφορές, η συγχώρεση κάνει καλό μέσα μας και γύρω μας, το Κακό ακυρώνεται  με την απομάκρυνση από αυτό, και τελευταίο δίδαγμα: Ο θάνατος νικιέται, από τη συνεχή γέννηση , από τη ζωή ενός ροδαλού μωρού.
Η Ελένη Λαδιά μέσα από το βιβλίο της Φερέοικη, με πολυεπίπεδη γραφή, προβάλλει την δομή/ αρχιτεκτονική ενός διηγήματος, τη σύγκρουση συγγραφέα και ήρωα, τον άνισα μοιρασμένο πλούτο που γεννά συμπεριφορές, τον μυητικό εξελικτικό ρόλο του έρωτα και στα δύο φύλα, την ύπαρξη του πάνω και κάτω κόσμου και τέλος την πάλη της ζωής εναντίον του θανάτου. Είχε πάντα ένα άλλο άυλο παράλληλο σύμπαν για την ίδια, άλλοτε σαν διαφυγή, άλλοτε σαν έμπνευση και άλλοτε πάλι σαν επιλογή. Τώρα, το «άλαστον πένθος» μετατρέπεται δημιουργικά σε όλα αυτά. Γίνεται έμπνευση, ήρωες, πλοκή. Ιδού! Η Φερέοικη. 
Και όλα αυτά σε 84 σελίδες. Μόνο η Ελένη Λαδιά, μπορεί και το καταφέρνει αυτό.

Τούλα Ρεπαπή
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, Ιούνιος 2017

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Ελένης Λαδιά, Η Φερέοικη, Παρουσίαση του βιβλίου από την Νένα Κοκκινάκη

Βιβλιοπωλείο "Επί λέξει" 31-5-2017

Καλησπέρα σε όλους τους φίλους, όλες τις φίλες που σήμερα βρίσκονται εδώ, στη φιλόξενη γωνιά του βιβλιοπωλείου Επί λέξει για να τιμήσουμε τη συγγραφέα Ελένη Λαδιά και το βιβλίο της, τη Φερέοικη. Πρόκειται για το 41ο έργο της συγγραφέως – αν μετρώ σωστά - που από το 1973 με την κυκλοφορία της πρώτης της συλλογής διηγημάτων (Παραστάσεις κρατήρος) και μέσα στα  χρόνια που ακολούθησαν έχει μια συνεχή σταθερή παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Μυθιστορήματα (10 τον αριθμό), συλλογές διηγημάτων, δοκίμια, μεταφράσεις, αρχαιογνωστικά έργα, μια παραγωγή ζηλευτή, διακρίσεις και βραβεία.
Η παρουσία σας με χαροποιεί ιδιαίτερα, όπως και τη συγγραφέα, νομίζω. Στα πρόσωπά σας διακρίνω το βλέμμα του βαθέως εκείνου πόθου που ενώνει τους ανθρώπους πίσω από τα αληθινά δημιουργήματα, εννοώ εκείνα που αφυπνίζουν και δεν αφήνουν περιθώρια για αισθηματολογίες, ωραιοπάθειες, κραυγαλέες φωνές ή και πανικούς. Σε αυτήν την αίθουσα οι παριστάμενοι, συγγραφείς, ομότεχνοι και φίλοι, όλοι φιλαναγνώστες, έχοντας διασχίσει σελίδες επί σελίδων και έχοντας μάθει να ξεχωρίζουν την γνησιότητα της δημιουργίας που γιγαντώνεται με θυσίες ανυπολόγιστες και πολεμά ενάντια σε όλες τις ευκολίες της έκφρασης, ανακαλύπτουν περιχαρείς το διαμάντι που έψαχναν, το φως που γύρευαν στη σκιά του δέντρου πολλών σελίδων. Ένα τέτοιο φως αναδύεται από το μικρό αυτό βιβλίο των 85 σελίδων στον κομψό τόμο των εκδόσεων της Εστίας, που κρατάμε σήμερα στα χέρια μας.
Με χαροποιεί επίσης ιδιαίτερα η παρουσία των αόρατων της παρέας. Πιο συγκεκριμένα εκεί, στο βάθος της αίθουσας, έχει θρονιαστεί η Φερέοικη. Δημιούργημα ή δημιουργός; Το βλέμμα της σαρκαστικό, κάπως κακεντρεχές: «Δεν πρόκειται να σε αφήσω να γράψεις το καινούργιο μυθιστόρημα. Δεν θα με χρησιμοποιήσεις, για να είσαι συ καλά και να χαριτολογείς με την έμπνευσή σου!», μοιάζει να λέει στη συγγραφέα πριν ακόμα πάρει το όνομά της «Φερέοικη», στην αρχή του βιβλίου. Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν κάπως. Ποια η δυνατότερη; «Δημιουργός χωρίς δημιούργημα δεν λέγεται δημιουργός, ούτε το δημιούργημα χωρίς τον δημιουργό λέγεται δημιούργημα». Βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίεργη κατάσταση. Δυο άνθρωποι από την ίδια ουσία με δύο υποστάσεις και πολλά κοινά. Η κοινή αντίδραση, ας πούμε, στο πένθος. Και οι δυο τους δεν το αποδέχονται, το θεωρούν «φάρσα δοκιμασίας». Παρ’ όλα αυτά η Φερέοικη όφειλε να ακούσει τις ιστορίες που είχε ετοιμάσει στο μυαλό της η συγγραφέας, περιλήψεις ιστοριών, όπου η Φερέοικη θα συμπρωταγωνιστούσε με κάποιον τρόπο και τέλος θα δήλωνε αν τις ήθελε ή όχι για προσωπική εμπειρία της. Σε κάποια από αυτές θα στηριζόταν το νέο μυθιστόρημα.
Οι ιστορίες αρχίζουν να ξετυλίγονται και - πράγμα παράξενο – τα καινούργια πρόσωπα παίρνουν κι αυτά μορφή. Εμφανίζονται επίσης στην παρέα των αοράτων της σημερινής βραδιάς: η Φιλιώ και η Γεωργίτσα της πρώτης ιστορίας. Συνομήλικες, ξανθές, ευαίσθητες με τον τρόπο της η κάθε μια. Μοναχοπαίδι η Φιλιώ αισθανόταν ενοχές για την ευμάρεια του σπιτιού της. Αντίθετα η Γεωργίτσα από την ανάγκη και την ανέχεια είχε αναπτύξει μια πρακτική εξυπνάδα κι επινοούσε τρόπους να την αντιμετωπίσει. Στο σπίτι της φίλης της η Φιλιώ εκτός από τις διεξόδους που έβρισκε στην πλούσια φαντασία της ανακάλυπτε σπουδαία πράγματα, όπως παράδειγμα το γεγονός ότι η φτώχεια καταφέρνει τελικά να ταπεινώσει την περηφάνια.
Ακολουθούν τα πρόσωπα της δεύτερης ιστορίας με τα καρκινικά ονόματα: η Άννα που συνειδητοποιεί την αναπόφευκτη διάλυση του γάμου της με τον Τηλέμαχο και ο Σάββας που «δινόταν με το σταγονόμετρο» στον έρωτα, με αποτέλεσμα να τον μετατρέπει «σε ποίηση και μουσική». Η ιστορία ξεφτίζει σαν πολύχρονο χειροποίητο χαλί. «Οι όμοιοι εγωισμοί και οι ευαισθησίες» δεν αφήνουν χώρο να αναπτυχθεί το χιούμορ και η λογική των συμφιλιώσεων. «Καθένας εξέταζε με σχολαστικότητα τα λόγια ή την συμπεριφορά του άλλου, για να τα γνέσει και να τα υφάνει με το δικό του τρόπο». Η ηρωίδα, η Άννα, βιώνει τον χωρισμό της από τον Τηλέμαχο όχι και τόσο οδυνηρά, ενώ με τον Σάββα πνίγεται στις ατέλειωτες λεπτομέρειες συνοδευόμενες μάλιστα «από κακοήθη και οξεία μνήμη».
Η Φερέοικη ωστόσο, ελάχιστη σημασία έδινε σ’ αυτές τις ιστορίες, καθώς συνεπαρμένη από το «άλαστον πένθος» της δεν σκεπτόταν παρά τη μητέρα της που φεύγοντας την άφησε «δίχως σημείο αναφοράς». Κρατούσε μάλιστα και σημειώσεις, όπου ξεδίπλωνε τον προβληματισμό της, πού πήγε η μητέρα της κι αν συνεχίζει να υπάρχει κάπου.
Η ευάλωτη Φερέοικη συγκινεί τη συγγραφέα που προχωρεί στην τρίτη ιστορία της. Αφηγείται λοιπόν μια νουβέλα που κάποτε είχε αποφασίσει να γράψει με τον τίτλο «Καλυψώ».
Η Καλυψώ ζούσε σ’ ένα νησί κι ήταν ερωτευμένη με τον Οδυσσέα Α, κατά πολύ μεγαλύτερό τη, ο οποίος την μύησε στην παρατεταμένη σαρκική ηδονή, τους γαλαξίες και τα παράλληλα σύμπαντα. Το τρίτο πρόσωπο της ιστορίας, ο Οδυσσέας Β, συνομίληκος της κοπέλας και ακόμα παρθένος, μαθαίνει για τον πρώτο έρωτα της Καλυψώς, ταράσσεται και βρίσκει καταφύγιο σε στίχους ερωτικών ποιημάτων και σε ηρωίδες βιβλίων με πρότυπο πάντα εκείνη. Η αποχώρησή του από το νησί και το γράμμα της κοπέλας που σκίστηκε χωρίς ποτέ να διαβαστεί την κάνει να συνειδητοποιήσει την τραγική μοίρα της: «την ανελευθερία που γινόταν εμπόδιο στην ποικίλη φύση της, γιατί γνώριζε πως θα ήταν υπόδουλη σ’ έναν άνδρα, ενώ συγχρόνως θα συνάρπαζε ερωτικά πολλούς άλλους»
Ούτε και αυτή η ιστορία όμως ικανοποίησε την Φερέοικη, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί μαζί με τη συγγραφέα σε τόπους σκοτεινούς και απόκοσμους, εκεί που τον πρώτο λόγο έχει κυρίως η μνήμη.
Η Μνήμη στην «πυρακτωμένη της φάση» φέρνει στο φως εγκλωβισμένες εικόνες που θα μπορούσαν να λησμονηθούν, έστω να ταριχευθούν, όμως η «φθονερή της πλευρά» τις διατηρεί «ολοζώντανες κι ολόπικρες». «Α!», φώναξε η Φερέοικη, «κοίτα εκεί μιαν ανάμνηση του παρελθόντος που έγινε ανάμνηση του παρόντος!». Επρόκειτο και για δική της ανάμνηση. Επειδή «η ανάμνηση διασώζει το κακό, όπως και το καλό» και ουδεμία διαγραφή επιτρέπεται. Όλα προφανώς καταγράφονται στη μνήμη του σύμπαντος, ακόμα και περιστατικά που παραμένουν στο Μουσείο της Μνήμης κι άλλα που διασώζονται σε κάποιο παράλληλο σύμπαν γειτονικό του Μουσείου κι επεκτεινόμενο προς το Νεκροταφείο. Η δημιουργός θυμάται καλά μια προηγούμενη επίσκεψή της στο Νεκυιομαντείο του Αχέροντος, θυμάται πόσο συγκλονίστηκε από τον υγρό και σκοτεινό προθάλαμο του Άδη και θα επιθυμούσε να αρκεστεί απλώς σ’ εκείνη την επίγεια πρόγευση.  Φαίνεται όμως πως οι ρόλοι αντεστράφησαν. Η ηρωίδα του μυθιστορήματος, το δημιούργημα, έχει αποκτήσει τόλμη και επιβάλλει την άποψή της. Η επιμονή της να επισκεφτούν τον Άδη την οδηγεί στην πρόταση: «Πριν μεταβούμε στον κόσμο των νεκρών θα φτιάξουμε ένα τέλος με δυο πιθανότητες».
Το βιβλίο κλείνει με ένα εκπληκτικό παιχνίδι μεταμορφώσεων μέσα στο νεκρικό χώρο, όπου οι δυο ηρωίδες πλέον διακρίνουν αυτό που και οι δύο ενδόμυχα προσδοκούν: το πρόσωπο της μητέρας. Η δική της μορφή ζωής μέσα στο χώρο του θανάτου τις συμφιλιώνει με την ιδέα πως όταν γίνουμε νεκροί θα αναγνωρίσουμε τους δικούς μας και πάνω απ’ όλα τη μορφή της Μητέρας «όπως μας την χάρισε η τέχνη σε όλες τις παραστάσεις». Η Μεγάλη Μητέρα που γεννά και ανασταίνει τον άνθρωπο, που νικά το θάνατο.
«Έτσι εγώ, η συγγραφεύς του βιβλίου», καταλήγει η Ελένη Λαδιά, «μεταμορφώθηκα σε Φερέοικη, και περιμένω με απέραντη υπομονή να ξαναγεννηθεί ένα ροδαλό βρέφος, το οποίο θα ξαναγίνει η μητέρα μου».
Με το βιβλίο της αυτό η Ελένη Λαδιά ανοίγει το εργαστήρι του συγγραφέα, όπου τα μυθιστορηματικά πρόσωπα εμφανίζονται ξαφνικά αυτόκλητα, σαν καινούργια πλάσματα με δική τους υπόσταση. Από κει και πέρα αρχίζει η συμβολή του τεχνίτη του λόγου, ο κόπος, η προσπάθεια, η αντίστασή του στη φορτικότητα των ηρώων που τον βασανίζουν, «βγάλε μας στο φως», του λένε, «για να σε λευτερώσουμε». Ο τεχνίτης θα υποχωρήσει στις παρακλήσεις τους, θα τα νιώσει δικά του, θα ταυτιστεί μαζί τους, όσο κι αν το έργο του τελικά θα έχει κάτι από τη δική του φυσιογνωμία, κάτι που εν τέλει θα πείσει πολλούς πως είναι αυτοβιογραφικό.-


Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Ελένης Λαδιά: Η σημασία του ξένου, κριτική από την Τούλα Ρεπαπή


Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ
Συγγραφέας: ΕΛΕΝΗ ΛΑΔΙΑ
Εκδόσεις: ΑΡΜΟΣ


Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ελένη Λαδιά αναφέρεται στους Ξένους που ζουν δίπλα μας. Μαζί μας. Που είναι μέσα στη ζωή μας. Το είδαμε και στους Ποταμίσιους Έρωτες( σ.25-26,82,96-100,101-104,136-140) και στον Ονειρόσακκο στο διήγημα Σεληνιακό συμβόλαιο. Στο βιβλίο της όμως αυτό, με τον τίτλο « Η σημασία του Ξένου», κάνει μια πλήρη καταγραφή της θρησκευτικής και φιλοσοφικής  αντιμετώπισης του «Ξένου» από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, αναφερόμενη στους Νόμους του Πλάτωνα, σε φιλοσοφικές τοποθετήσεις, θρησκευτικές δοξασίες και διλήμματα που απορρέουν καθορίζοντας  την καθημερινότητα μας.  Στη γραφή της, χωρίς να έρχεται σε δεύτερη μοίρα, το κάλλος της γλώσσας υποχωρεί, αφήνοντας  να λάμψουν τα φιλοσοφικά ρεύματα, οι έννοιες,  οι ορισμοί και οι διαχωρισμοί  προκειμένου να δοθεί βαρύτητα στον χρόνο που έχει μεσολαβήσει  αλλά και στα γεγονότα τα  οποία θα καθορίσουν την αντιμετώπιση του ΤΩΡΑ.
Όπως αναφέρει, στo έπος «Οδύσσεια» του Ομήρου αλλά και κατά τη χριστιανική εποχή, οι άνθρωποι έδιναν μια θεϊκή ιδιότητα στον Ξένο, πιστεύοντας πως οι Θεοί ή ο Θεός, αντίστοιχα, έπαιρνε τη μορφή ξένου για να δοκιμάσει την πίστη των ανθρώπων.
Στο «Πλάτωνος  Νόμοι», ο Πλάτων τους κατηγοριοποιεί: στους εμπόρους παραθεριστές, στους  απεσταλμένους για  να παρακολουθήσουν Θεάματα και ακροάματα των Αθηνών και σε αυτούς που αποτελούσαν τις κρατικές αποστολές και τους οποίους όφειλαν  να υποδέχονται οι  αξιωματούχοι της πολιτείας, να φιλοξενεί ο τοπικός άρχων με τη βοήθεια των πρυτάνεων. Ταυτόχρονα, είχαν  την υποχρέωση να επιβλέπουν μήπως οι Ξένοι εισάγουν Νέα Ήθη. Τέλος, αναφέρει τη σπάνια κατηγορία, αυτήν  των περιηγητών, που επισκέπτονταν τα αξιοθέατα κάτω από ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις απέναντι στην πολιτεία και στους κρατούντες. Εν συνεχεία,  διαφοροποιεί και την ερμηνεία των λέξεων  και διαχωρίζει τον Ξένο από τον Αλλοδαπό. Στην αρχαιότητα, « Ξένος» ονομάζονταν ο ομόθρησκος, ο ομόγλωσσος, ο ομοεθνής ή αλλιώς ο όμαιμος, δηλαδή αυτός που είχε το ίδιο  αίμα. Αλλά Ξένος στην αρχαία Ελλάδα ήταν και αυτός ο οποίος προερχόταν  από άλλη χώρα και ήταν πρόσφυγας, μισθοφόρος, μη Έλλην, παράδοξος, παράξενος,  ασυνήθιστος και αλλοδαπός.

Ο Ξένος ήταν πάντα Έλλην και δεν παρέμενε καιρό στον χώρο φιλοξενίας, ενώ ο Αλλοδαπός θεωρείτο Βάρβαρος, μη Έλλην.  Ετυμολογικά Ξένος (κσένος), είναι αυτός ο οποίος κατοικεί σε ένα πρόχειρο κατάλυμα το οποίο συνήθως είναι στην ύπαιθρο και  του δίνει φύλαξη, προστασία από τον ήλιο, σκιάν, άρα σκηνή. 
Ο Αριστοτέλης απεχθανόταν τις επιμειξίες των λαών. Για τον λόγο αυτό ήταν εναντίον της επεκτατικής πολιτικής του μαθητή του, Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος στο όνομα του οικουμενισμού έφερνε την επιμειξία από τη συγχώνευση των λαών.
Η συγγραφέας αναφέρεται  και στη φιλοξενία του Ξένου στην αρχαία Ελλάδα  και στο τελετουργικό που απολάμβανε ο Έλλην, με προστάτες του τον Ξένιο  Δία, την Ξενία Αθηνά  και τους Διόσκουρους Κάστορα και Πολυδεύκη. 
Πόση μέριμνα αλά και πόσο οργανωμένα μοιάζουν όλα αυτά σε μία κοινωνία δυόμιση χιλιάδων χρόνων πριν! 
Εντούτοις, ένα ερώτημα εγείρεται για τον αναγνώστη. Τι έφερνε τους ξένους στις πόλεις τότε; Τι έφερνε τους αλλοδαπούς; Και κάθε πότε παρατηρείται το  φαινόμενο της μετακίνησης των πληθυσμών; Πόσο πολύ μοιάζουν οι κοινωνίες του τότε κα του τώρα!  
Στις μέρες μας, από πού ξεκινούν όλα αυτά; Μήπως από τους ισχυρούς που μετατρέπουν τους πληθυσμούς χωρών με πλούσιους φυσικούς πόρους σε όχλους απελπισίας;  
Αν και η απάντηση είναι δική σας, το  ερώτημα  ωστόσο, παραμένει.
Μέσα από το βιβλίο αυτό μοιάζει ο Ξένος να «πορεύεται» στις σελίδες της Ιστορίας ερχόμενος άλλοτε σαν ευλογία και άλλοτε σαν απειλή. Είτε χωρίς ταυτότητα είτε με τον διαχωρισμό του Ξένου και του Αλλοδαπού συγκρούεται  πάντα με τις αντιλήψεις, πολιτείας και  πολιτών. Για τον λόγο αυτό θεσπίστηκαν νόμοι, που ορίζουν όχι μόνο τα  δικαιώματα και  τις υποχρεώσεις του, αλλά ακόμη  και την ταφή του, κάτω από  τη διαχωριστική γραμμή της έννοιας του Ξένου και του Αλλοδαπού. 
Τη βαθιά επιρροή που ασκούσε η θρησκεία στον χαρακτηρισμό του Ξένου περιγράφει και ο Καβάφης  στο ποίημά του «Μύρης∙Αλεξάνδρεια  340 μ.Χ». Βάση του είναι η  θρησκευτική αντιπαλότητα  και πυρήνας του η αίσθηση του Ξένου. Δηλαδή αυτό που νομίζαμε πως είναι γνώριμο και οικείο και ξαφνικά γίνεται Ξένο. Όπως και εμείς γινόμαστε Ξένοι σε αυτό. 
Κι η τοποθέτηση  του Καβάφη γίνεται η χαραμάδα που ανοίγει η συγγραφέας για να  αφήσει πίσω της τους νόμους, τα φιλοσοφικά ρεύματα και να εισχωρήσει στο κέντρο του κόσμου της, για να μιλήσει για έναν άλλο Ξένο. Αυτόν τον αιώνιο ταξιδευτή του χρόνου, του στερεώματος και της δημιουργίας. Αυτόν, που είναι ξένος προς όλους αλλά και προς τον εαυτό του. Αυτόν τον Ξένο τον γνωστό, τον άγνωστο. Τον Άνθρωπο!  
Τον αφήνει να «περπατήσει»  στις σελίδες της και με τις ψηφίδες της αποτυπώνει  το δικό μας πρόσωπο. Το πρόσωπο του Ανθρώπου, που μοιάζει να περιπλανιέται συνεχώς  αλλάζοντας πατρίδα, αναζητώντας την ευημερία ή την ελπίδα της αλλαγής. Ταξιδεύει συνεχώς, αλλάζοντας γεωγραφικά μήκη και πλάτη και ταξιδεύοντας μέσα στον χρόνο χάνει πολλάκις όχι μόνο τον στόχο του αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι μέσα στη φύση του να απαρνιέται και να αλλάζει μορφές. Άλλοτε Δαίμων, άλλοτε Δαιμόνιο, και άλλοτε Θεός.
Στο βιβλίο με τον τίτλο « Η σημασία του Ξένου», η Ελένη Λαδιά περιγράφει ένα θέμα, αυτό των Ξένων/Αλλοδαπών, που στις μέρες μας μεγαλώνει συνεχώς σαν ένα κύμα που υψώνεται απειλητικά προς όλους.  Στο βιβλίο αυτό πρωταγωνιστής δεν είναι μόνο ο Ξένος,  αλλά και η Δημοκρατία. Ένα τέλειο πολιτικό σύστημα –το ελληνικό–  που είχε πρόβλεψη, δικαιώματα και υποχρεώσεις για αυτόχθονες και αλλοδαπούς. Ωστόσο, ένα δίλημμα απορρέει. Σήμερα τι είναι σοφό να γίνει; Ποια στάση πρέπει να τηρηθεί; Ποιος παράγοντας είναι αυτός ο οποίος θα επικρατήσει και θα ορίσει τη συμπεριφορά πολιτείας και πολιτών; Τι πρέπει  να κάνουμε εμείς οι Έλληνες, όταν χιλιάδες ξένοι, αλλοδαποί, αλλόθρησκοι, αλλόφυλοι απελπισμένοι «εισβάλλουν» στη χώρα μας; Πόσο μας καθοδηγεί ο Πλάτων που δεν ήθελε Νέα Ήθη ή ο Αριστοτέλης που απεχθανόταν τις φυλετικές προσμείξεις και πόσο πιστοί του χριστιανισμού είμαστε, όταν ο Χριστός δίδασκε πως είναι μέσα σε κάθε Ξένο;  
Πόσο άπραγοι και αδιάφοροι μπορούμε να στέκουμε μπροστά στην εικόνα άψυχων ξεβρασμένων σωμάτων γονέων και παιδιών στις ακτές των νησιών μας;
 Και απαντά η Ελένη Λαδιά: Ο Έλληνας σήμερα  αφήνει πίσω του όλους τους ενδοιασμούς για  τις συνέπειες αυτού του βίαιου κύματος μεταναστών στη χώρα μας. Και συνεχίζει λέγοντας πως όλες οι παραπάνω αναφορές αφορούν το παρελθόν. Τώρα ο Έλληνας με σύμμαχο το παρόν –χωρίς εξάρσεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις– τείνει χείρα βοηθείας προς τους πρόσφυγες. Ο ανθρωπισμός  είναι μια κληρονομιά που έχει περάσει στο  DNA του και  τον καλεί να βοηθά και να φωτίζει την ανθρωπότητα συνεχώς. Αυτός ήταν πάντα ο Έλληνας!
 « Η σημασία του Ξένου», είναι άλλο ένα βιβλίο της Ελένης Λαδιά που έχει κέντρο του τον άνθρωπο και που διδάσκει ήθος, πλημμυρισμένο από γνώση, ποίηση και ανθρωπιά, αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας της.
Με  δεδομένο αυτό το γεγονός –της έλευσης των προσφύγων στη  χώρα μας– πόσο πολύ επίκαιρο μοιάζει να είναι το βιβλίο αυτό, ενώ ταυτόχρονα  δίνει την εντύπωση πως αυτό το βιβλίο είχε διαβάσει ο Μπαράκ Ομπάμα, όταν στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος στην Αθήνα έδωσε, στις 16 Νοεμβρίου 2016, μια ιστορική ομιλία για τη Δημοκρατία, τον πολίτη, τη φιλοξενία, το φιλότιμο και τον ανθρωπισμό.

Τούλα Ρεπαπή



Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Παρουσίαση του Μυθιστορήματος της Ελένης Λαδιά "Η Φερέοικη"

Οι εκδόσεις της Εστίας και το βιβλιοπωλείο Επί Λέξει (Ακαδημίας 32) σας προσκαλούν την Τετάρτη 31 Μαΐου στις 19:30 στην παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου τής

Ελένης Λαδιά

Η Φερέοικη

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Χαρίκλεια Δημακοπούλου, κριτικός βιβλίου
Νένα Κοκκινάκη, συγγραφέας-κριτικός λογοτεχνίας

Αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Ολύνα Ξενοπούλου